ευέλαιος


ευέλαιος
εὐέλαιος, -ον (Α)
γεμάτος ελαιόδενδρα, αυτός που παράγει άφθονο και καλό λάδι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -έλαιος (< ελαία), πρβλ. αν-έλαιος, καλλι-έλαιος. Διαφέρει το έλαιος «αγριελιά»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐέλαιος — rich in olive trees masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • VENAFRUM — civitas Campaniae, oleis abundans, in Samnii confinio: Episcopalis sub Archiepiscopo Capuano. Horat. l. 2. Carm. Od. 6. v. 15. Viridique certat Bacca Venafro. Martial. l. 13. Epigr. 98. Hoc tibi Campani sudabit bacca Venafri. Iuvenal. Sat. 5. v.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ελιά — Δέντρο της οικογένειας των ελαιιδών (δικοτυλήδονα). Είναι γνωστό από τους αρχαιότατους χρόνους και πιθανότατα κατάγεται από τον χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Η παράδοση αναφέρει ως πατρίδα της ε. την Αθήνα, αφού η πρώτη ε., η Μορία Ελαία,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.